Η πανδημία της γρίπης του 1918 έχει ξεχαστεί αρκετό καιρό τώρα και έχει σβηστεί από τη συλλογική συνείδηση.

Όμως, καθώς η απειλή του κορωνοιού COVID-19, εξαπλώνεται, όλο και περισσότεροι ειδικοί στρέφονται στη γρίπη του περασμένου αιώνα για ενδείξεις για το πώς να αντιμετωπίσουν μια κρίση δημόσιας υγείας με τέτοιες τεράστιες αναλογίες.

Πριν από 100 χρόνια δεν είχαμε εκτεταμένα αεροπορικά ταξίδια, ούτε είχαμε αντιβιοτικά, τα οποία δεν μπορούν να θεραπεύσουν έναν ιό μεν , αλλά μπορούν να βοηθήσουν με τις λοιμώξεις που συχνά συνοδεύουν τις αναπνευστικές παθήσεις (και προκαλούν πολλούς από τους θανάτους σε ιικό ξέσπασμα).

Πριν από 100 χρόνια, δεν γνωρίζαμε καν τι ήταν οι ιοί.

Αλλά μια πτυχή των πανδημιών παραμένει ακόμη έναν αιώνα αργότερα: μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις.
Αυτός είναι ο τεχνικός όρος για τις μη ιατρικές προφυλάξεις που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις και άλλοι οργανισμοί για την πρόληψη της εξάπλωσης μιας ασθένειας – με άλλα λόγια, μέτρα κοινωνικής απόστασης.

Το κλείσιμο σχολείων και μουσείων θα ήταν μια μη φαρμακευτική παρέμβαση όπως και η εφαρμογή καραντίνας .

Εξετάζοντας πώς εξελίχθηκε η γρίπη του 1918 σε διάφορες πόλεις του κόσμου, μπορούμε να δούμε πώς οι παρεμβάσεις που έκαναν η καθεμία επηρέασαν την εξάπλωση του ιού.

Μία ερευνητική ομάδα εξέτασε 43 πόλεις στην Ευρώπη για να δει εάν τα πρώιμα μέτρα κοινωνικής απόστασης συνέβαλαν πραγματικά. Και σε πολλές περίπτωσεις επιβεβαιώνεται αυτό που είναι ίσως προφανές με βάση την κοινή λογική, διαπίστωσαν ότι, ναι, χωρίς αμφιβολία, η λήψη έγκαιρων προληπτικών παρεμβάσεων βοήθησε τις πόλεις να μειώσουν τους θανάτους.

Το μέγιστο ποσοστό θανάτου έτεινε να είναι χαμηλότερο σε μέρη που ενήργησαν νωρίς, ενώ εκείνα που περίμεναν μια εβδομάδα ή περισσότερο είδαν θανάτους με αριθμητική πρόοδο.Το ίδιο έγινε και στην Αμερική: στη Νέα Υόρκη άρχισαν να κλείνουν τα πάντα σε λιγότερο απο εβδομάδα πριν ο ιός φτάσει στα σύνορα, και είχε αποτέλεσμα.

Εξακολουθεί λοιπόν να ισχύει: η λήψη έγκαιρης δράσης αποτρέπει τους θανάτους.

Στην Ελλάδα η διατήρηση των κρουσμάτων σε χαμηλά επίπεδα πιθανότατα κράτησε τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης να μην κατακλύζονται πλήρως, και ως εκ τούτου μας επέτρεψε να παρέχουμε καλύτερη φροντίδα σε κάθε ασθενή. Η κατάσταση για παράδειγμα στην Ιταλία (και στο παρελθόν στην Κίνα) δείχνει το πόσο γρήγορα μπορεί να κατακερματιστεί ακόμη και ένα καλό σύστημα, αναγκάζοντας τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης να λάβουν δύσκολες αποφάσεις σχετικά με το ποιος παίρνει φροντίδα και ποιος όχι.

Η έλλειψη αναπνευστήρων σήμαινε ότι οι ασθενείς που χρειάζονταν βοήθεια στην αναπνοή απλά δεν μπορούσαν να την πάρουν. Και στις ΗΠΑ είναι πιθανό να αντιμετωπίσουνε και την παροντική στιγμή ακόμη χειρότερα.
Μια εκτίμηση από το Πανεπιστήμιο Johns Hopkins ανέφερε ότι πιθανώς χρειάζόνται 740.000 αναπνευστήρες για τη φροντίδα ασθενών σε πανδημία όπως η γρίπη του 1918. Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν 160.000, καθώς και σχεδόν 9.000 σε απόθεμα – όχι αρκετά για να τους καλύψουνε όλους.

Προχωρούμε σε δύσκολους καιρούς, στους οποίους θα πρέπει να λάβουμε δύσκολες αποφάσεις. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να μάθουμε από το παρελθόν μας, ενώ έχουμε ακόμα χρόνο να δράσουμε.

Η πανδημία του ’18 όμως μας δίδαξε ένα βασικό πράγμα:

Καμία από τις πόλεις του κόσμου που κράτησαν τις απαγορεύσεις τους δεν είδε αυτό το δεύτερο κύμα.
Στην πανδημία του 1918 το δεύτερο κύμα ήταν το θανατηφόρο και όχι το πρώτο, αυτό έχει να μας διδάξει κάτι..

Comments are closed.