Δουλειά του γονιού είναι να λειτουργεί ως πρότυπο καλής συμπεριφοράς.
Να συμπεριφέρεται στο παιδί του και στους άλλους με ενσυναίσθηση και ευγένεια, ώστε να ωθήσει το παιδί να υιοθετήσει αυτή τη συμπεριφορά.

Εκτός όμως από αυτό, υπάρχουν τέσσερις δεξιότητες που όλοι πρέπει να αναπτύξουμε για να κοινωνικοποιηθούμε σωστά και να έχουμε μια κατάλληλη για όλους συμπεριφορά.

Οι δεξιότητες αυτές είναι:

  1. Ανοχή στη µαταίωση
  2. Ευελιξία
  3. Επίλυση προβλημάτων
  4. Ικανότητα να βλέπει κανείς τα πράγματα από την οπτική των άλλων.

  • Τα παιδιά θέλουν την αγάπη σας, θέλουν να συνδεθούν μαζί σας, θέλουν τη φιλία σας. 
  • Κάποιες φορές βιώνουν τόσο έντονα την ανάγκη αυτή, που αρκούνται στην είσπραξη αρνητικής προσοχής, από την εναλλακτική της αδιαφορίας.
  • Είναι χρήσιμο, καθώς προσπαθείτε να διαχειριστείτε τα δικά σας συναισθήματα μπροστά στο παιδί σας, να προσεγγίσετε παράλληλα τη συμπεριφορά του παιδιού αναζητώντας το συναίσθημα που βρίσκεται πίσω απ ‘ αυτήν και την αιτία που το προκάλεσε, ώστε να κατανοήσετε καλύτερα τι είναι αυτό που σας δυσκολεύει
  • Δείξτε διάθεση συνεργασίας στο παιδί σας ,αναζητήστε  από κοινού τη λύση ενός προβλήματος, οπότε ο γονιός γίνεται σύμβουλος, όχι δικτάτορας. Αυτή είναι μία πολύ λειτουργική  τακτική και ουσιαστικά συνίσταται στη συνεργασία για την επίλυση ενός προβλήματος μαζί με το παιδί.
  • Επιβραβεύστε τα παιδιά (για κάτι συγκεκριμένο όμως) που φέραν εις πέρας .


Ας το αναλύσουμε όμως λίγο περισσότερο:

Οι γονείς μπορούν μόνο να διδάξουν στα παιδιά τους αυτά που ξέρουν, αυτά που δέχτηκαν και έμαθαν στη ζωή τους, ειδικά όσα είδαν, άκουσαν και δέχτηκαν στην παιδική τους ηλικία. Οι γονείς σου ποτέ δεν θα μπορέσουν να σου μάθουν αυτά που δεν ξέρουν ή που δεν έζησαν. Όλοι κάνουμε τα πράγματα όσο καλύτερα ξέρουμε. Ακόμα και οι λεγόμενοι «κακοί» άνθρωποι κάνουν τα πράγματα όσο καλύτερα ξέρουν.

Ο καθένας δίνει ό,τι έχει πάρει και ό,τι δει στο περιβάλλον του όταν ήταν μικρός. Εγώ πάντα λέω ότι δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι, μόνο άνθρωποι οι οποίοι υποφέρουν και δε ξέρουν πώς να διαχειριστούν τον πόνο ή οι οποίοι δεν πήραν την αγάπη ή την προσοχή που χρειάζονταν όταν ήταν μικροί.

Από τη στιγμή της σύλληψής του, η ψυχή του μωρού δέχεται όλα όσα νιώθει η μητέρα και επικοινωνεί τηλεπαθητικά μαζί της. Έχει επίγνωση όλων όσων συμβαίνουν γύρω του. Η ψυχή του παιδιού αντιλαμβάνεται αν είναι επιθυμητό ή όχι, ή αν ήρθε πρόωρα, αν φτάνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αγάπη ή σε μια ασταθή οικογένεια. Το σύστημα των πεποιθήσεών μας αρχίζει να παγιώνεται από τη στιγμή της σύλληψής μας.

Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό μια εγκυμονούσα να αντιμετωπίζει τον εαυτό της με τρυφερότητα, να τον αγαπάει, να χαϊδεύει την κοιλιά της, να αγαπάει το μωρό της και να του το λέει κάθε μέρα.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό να έχει στο πλευρό της τον πατέρα του μωρού, να του μιλάει κι εκείνος, να χαϊδεύει την κοιλιά της μητέρας και να της φέρεται με μεγάλη τρυφερότητα. Όταν το παιδί γεννιέται, ξεχνάει ποιος είναι και η εμπειρία του στη ζωή αρχίζει από το μηδέν, 100% υποσυνείδητα.

Το συνειδητό του ακόμα δεν έχει σχηματιστεί. Γι’ αυτό δεν ξεχωρίζει, δεν έχει αίσθηση του χιούμορ, τα παίρνει όλα κυριολεκτικά. Όσο μεγαλώνει, διαμορφώνεται το συνειδητό του.

Κατά την παιδική ηλικία οι ερμηνείες του παιδιού παγιώνονται πεποιθησιακά και μετατρέπονται σε απόλυτες αλήθειες για εκείνο.

Ένα παιδί χρειάζεται υπομονή και πολλή αγάπη, και πρέπει να του επαναλαμβάνουν και να δείχνουν έμπρακτα και αυθεντικά ότι το αγαπούν, ότι είναι πολύ γενναίο και να του εξηγούν τα πάντα με πολλή αγάπη, ώστε να το βοηθήσουν να διαμορφώσει σωστά το σύστημα των πεποιθήσεών του.

Όλα όσα βλέπουν και ακούν τα παιδιά στα πρώτα επτά χρόνια της ζωής του αποτελούν τη «βάση δεδομένων» τους. Τα παιδιά αναπαράγουν συνήθως τα οικονομικά, επαγγελματικά, ερωτικά και υγειονομικά μοντέλα των γονιών τους. Ή στην περίπτωση που απορρίπτουν τα μοντέλα αυτά, περνούν στο άλλο άκρο, με τα αντίστοιχα φορτία από τις περιοριστικές πεποιθήσεις τους.

Για τον λόγο αυτό, πολλές φορές αναπαράγονται τα ίδια ερωτικά προβλήματα και οι ίδιες ασθένειες από γενιά σε γενιά, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, γιατί είναι αυτοματοποιημένα μοντέλα σκέψης και συμπεριφοράς που επαναλαμβάνονται ασυναίσθητα από κάθε γενιά.

  • Με το να επιβάλλετε τη θέλησή σας στο παιδί, άθελά σας του διδάσκετε ότι και το ίδιο στο μέλλον θα πρέπει σε κάθε διαμάχη να έχει το πάνω χέρι, να είναι αδιάλλακτο και προσηλωμένο στο πείσμα του.
  • Αν επιλέγετε τον αυταρχισμό ως βασικό τρόπο επικοινωνίας με τα παιδιά σας, διακινδυνεύετε την περαιτέρω εξέλιξή τους ως μέλη μιας κοινωνίας και τη σχέση που θα αποκτήσουν με την εξουσία.
  • Η υπερβολική επιείκεια από την άλλη δείχνει ότι ποτέ δεν θέτετε πρότυπα ή εκφράζετε προσδοκίες στο παιδί σας. Πολύ συχνά, όταν οι γονείς δεν βάζουν όρια στα παιδιά τους, το κάνουν επειδή ιδεολογικά είναι ενάντια στον αυταρχικό και υπερπροστατευτικό τρόπο διαπαιδαγώγησης, ή από αντίδραση στον τρόπο που μεγάλωσαν οι ίδιοι.

Συνεργατική μέθοδος

  • Κατά τη συνεργατική μέθοδο εσείς και το παιδί σας αναζητάτε από κοινού τη λύση ενός προβλήματος, οπότε ο γονιός γίνεται σύμβουλος, όχι δικτάτορας. Αυτή είναι μία πολύ λειτουργική  τακτική και ουσιαστικά συνίσταται στη συνεργασία για την επίλυση ενός προβλήματος μαζί με το παιδί.

Τι ακριβώς είναι η συνεργατική μέθοδος και πώς λειτουργεί;

  • Ορίστε το πρόβλημα, ορίζοντας τον εαυτό σας: Το δωμάτιό σου πρέπει να τακτοποιηθεί και θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ.
  • Εντοπίστε το συναίσθημα πίσω από τη συμπεριφορά. Μπορεί το παιδί σας να χρειάζεται τη βοήθειά σας σε αυτό το βήμα. Για παράδειγμα: ”Πιστεύεις ότι είναι άδικο που πρέπει να τακτοποιήσεις εσύ το δωμάτιό σου, παρόλο που το έκανε άνω κάτω ο φίλος σου;” ή ”Σε δυσκολεύει αυτή η δουλειά; Νιώθεις ότι θα σου πάρει πάρα πολύ ώρα να την κάνεις;”
  • Αξιολογήστε και επικυρώστε αυτό το συναίσθημα. ”Σε καταλαβαίνω αν νιώθεις ότι αδικείσαι” ή ”Κάθε φορά που ξεκινάμε μια σημαντική δουλειά μάς φαίνεται βουνό.”
  • Προσπαθήστε να βρείτε λύσεις. ”Παρ’ όλα αυτά το δωμάτιο πρέπει να καθαριστεί. Ποιος νομίζεις πως θα ήταν ο πιο εύκολος τρόπος να το κάνεις;”
  • Ολοκληρώστε τη διαδικασία, επαναλαμβάνοντας τα βήματα ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού.
  • ΜΗΝ  κρίνετε το παιδί σας.
  • Είναι σημαντικό να κρατάτε τη συζήτηση στο επίπεδο που το παιδί μπορεί να χειριστεί, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο να βρίσκετε εσείς όλες τις έξυπνες απαντήσεις.

Πηγή Psychology.gr 

Write A Comment